Η ανησυχία για επικείμενη αύξηση των τιμών ενέργειας σε συνδυασμό με τα «ψιλά γράμματα» του μαθηματικού τύπου που καθορίζει την χρέωση του «πράσινου» τιμολογίου οδήγησαν τις εταιρείες προμήθειας να κάνουν «κράτει» στις χρεώσεις του Μαΐου και να μην ακολουθήσουν την βύθιση της χονδρεμπορικής αγοράς που τον Απρίλιο έκλεισε στα 89,05€/MWh από 105,9€/MWh τον Μάρτιο.
Ειδικότερα, όπως αναφέρουν στελέχη της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress, οι εταιρείες εκτιμούν ότι θα υπάρξει μια ορισμένη άνοδος στις τιμές κατά την διάρκεια του Μαΐου σε συνέχεια της αυξημένης ζήτησης φυσικού αερίου για την αναπλήρωση των αποθηκών όσο και λόγω αύξησης της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια για ψύξη μιας και μπαίνουμε σιγά σιγά σε θερμή περίοδο με τις θερμοκρασίες να αυξάνουν.
Μια δεύτερη παράμετρος που ωστόσο σχετίζεται με τα παραπάνω αφορά τα όσα έχουν προηγηθεί και τα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν με δεδομένο ότι μια εταιρεία και για λόγους εμπορικής πολιτικής δεν μπορεί να αναπροσαρμόζει την χρέωση της μήνα προς μήνα κατά τα πρότυπα του spread της χονδρικής σε μηνιαία βάση. Αναλυτικότερα, η προσέγγιση των εταιρειών, όπως διευκρινίζουν αρμόδιες πηγές, εστιάζει στην καλύτερη αντανάκλαση του κόστους προμήθειας στις τελικές χρεώσεις, «βγαίνοντας» από μια πολύμηνη περίοδο που εφάρμοσαν υψηλές εκπτώσεις, απορροφώντας μέρος των αυξήσεων στην αγορά ενέργειας.
Επιπρόσθετα, αξίζει να σημειωθεί ότι τα πράσινα αποτελούν την παραγωγική βάση για το σύνολο της αγοράς και των εταιρειών, δηλαδή, με άλλα λόγια, τον βασικό «κύκλο εργασιών» και ως εκ τούτου, είναι κρίσιμο το εν λόγω χαρτοφυλάκιο να μην αποκλίνει σημαντικά ή επικίνδυνα από τα πραγματικά κόστη της αγοράς, αναλόγως βέβαια πως τα ορίζει η κάθε εταιρεία, καθώς το κόστος προμήθειας διαφέρει από εταιρεία σε εταιρεία ή τουλάχιστον διαφοροποιείται.
Μια ακόμη παράμετρος σχετίζεται με την μεθοδολογία για τον καθορισμό των «πράσινων» τιμολογίων, η οποία θέτει ανώτατο όριο που μπορεί να κινηθεί μια εταιρεία, άσχετα αν αυτό το ανώτερο όριο είναι υποδεέστερο των πραγματικών μεγεθών της αγοράς.
Ενδεικτική είναι άλλωστε η επεξήγηση της ΔΕΗ κατά την πρόσφατη ανακοίνωση της χρέωσης για τον Μάιο στο πράσινο τιμολόγιο. «Μετά την έντονη μείωση κατά 25% τον προηγούμενο μήνα, λόγω τρόπου υπολογισμού των πράσινων τιμολογίων, το βασικό πράσινο οικιακό τιμολόγιο για τον Μάιο, όπως προκύπτει από τον τύπο υπολογισμού και την έκπτωση της ΔΕΗ, διαμορφώνεται σε 1,136€/KWh, επιστρέφοντας σε φυσιολογικά επίπεδα και παραμένοντας ένα από τα φθηνότερα στην αγορά».
Κατά συνέπεια, οι εταιρείες επέλεξαν είτε να διατηρήσουν σταθερές τις χρεώσεις τους είτε και να αυξήσουν προκειμένου να αποφύγουν μελλοντικά να ξαναεγκλωβιστούν στη «μέγγενη» του μαθηματικού τύπου που από την μία η αγορά μπορεί να παρουσιάζει ισχυρές ανοδικές τάσεις και η τιμή να κρατιέται από τους μέσους όρους χονδρικής των προηγούμενων μηνών, όταν μάλιστα, οι εν λόγω προηγούμενοι μήνες θα είναι η περίοδος της άνοιξης που παραδοσιακά οι τιμές υποχωρούν.
Την ίδια στιγμή, ο «πόλεμος τιμών» στην περίπτωση των «μπλε» τιμολογίων συνεχίζει αμείωτος με τις εταιρείες να έχουν επιδοθεί σε ένα ράλι για την απόσπαση μεριδίων, κατοχύρωση πελατών και δέσμευση πελατολογίου σε βάθος χρόνου, επιβεβαιώνοντας αφενός την στροφή των καταναλωτών στα «σταθερά» τιμολόγια και αφετέρου το «κέντρο βάρους» του ανταγωνισμού που συνεχίζει και θα συνεχίσει να είναι τα «μπλε» τιμολόγια. Αξίζει να σημειωθεί, όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς, ότι τα «μπλε» τιμολόγια δεν αντανακλούν την κοστολογική βάση της χονδρεμπορικής, γεγονός που υπογραμμίζει και επικυρώνει με την σειρά του την σημασία να υπάρξει καλύτερη αντιστοίχιση των πράσινων τιμολογίων με τα πραγματικά κόστη.
Με βάση τις ανακοινώσεις των εταιρειών, οι τιμές των «πράσινων» τιμολογίων για τον Μάιο εκκινούν από τα 12,2 και φτάνουν μέχρι και τα 17,4 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Συγκριτικά, οι τιμές τον Απρίλιο κινήθηκαν από 10,4 έως τα 17,4 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Αυτό σημαίνει ότι πως οι χρεώσεις τον μήνα που διανύουμε «συγκεντρώνονται» πιο κοντά στα επίπεδα των 14 με 15 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, με μικρότερη διαφορά ανάμεσα στο φθηνότερο και το ακριβότερο τιμολόγιο. Είναι ενδεικτικό ότι η ελάχιστη τιμή είναι αυξημένη κατά 17% σε σχέση με τον Απρίλιο και η μέγιστη το ίδιο.





