Το κείμενο του Παναγιώτη Καλυβίτη «Οι Βελόνες της νεραντζιάς» -που το 2020 απέσπασε το Βραβείο Καλύτερου Θεατρικού Έργου, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη σκηνή από τη Micrographia, σε σκηνοθεσία Δήμητρας Δερμιτζάκη, στο ΠΛΥΦΑ (Αίθουσα 7Α), από τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου [Κορυτσάς 39, Βοτανικός].
Έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημίας και το συλλογικό βίωμα του εγκλεισμού, ένα έργο που γεννήθηκε μέσα σε εκείνη τη συνθήκη επιστρέφει για να φωτίσει όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ δυνατά. Επίκαιρο όσο ποτέ, επιχειρεί να ανασυνθέσει τον κοινωνικό ιστό μέσα από φωνές που μοιάζουν απομονωμένες, αλλά παραμένουν επικίνδυνα αλληλένδετες.
Τι κάνει ένας άνθρωπος όταν έρχεται, ξαφνικά, πολύ κοντά στον θάνατο; Τι συμβαίνει όταν μια ολόκληρη κοινωνία βρίσκεται στην ίδια συνθήκη;


Στις «Βελόνες της νεραντζιάς», ένας νεαρός γιατρός φορά ασφυξιογόνα μάσκα και σκέφτεται: «Απόλυτη απομόνωση, άρα απόλυτη προστασία». Το έργο αμφισβητεί αυτή τη βεβαιότητα, θέτοντας το ερώτημα: πόση προστασία κρύβει η απομόνωση και πόσο κίνδυνο;
Οι ήρωες του έργου κινούνται μέσα σε μια πόλη παράλληλων μονολόγων. Φωνές που δεν συναντιούνται, σχέσεις που δεν ολοκληρώνονται, άνθρωποι που δυσκολεύονται να συνδεθούν, την ώρα που γύρω τους ο κόσμος καταρρέει. Φτάνουμε μέχρι το μακρινό 2039, σε μια νέα πανδημία -αυτή τη φορά εσωτερική. Μια πανδημία του κακού που δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά φωλιάζει όλο και πιο βαθιά μέσα μας.


Σε αυτό το χρονικό άλμα, οι «Βελόνες της νεραντζιάς» μετατρέπονται σε ένα έργο προφητικό, που μιλά για την ανάγκη σύνδεσης, για την ευθύνη του ατόμου και για την επικίνδυνη ευκολία με την οποία, ακόμα και στον όλεθρο, κάποιοι βλέπουν ευκαιρίες προσωπικής ή επαγγελματικής ανέλιξης.
Η Δήμητρα Δερμιτζάκη μίλησε μαζί μας.
Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε στις «Βελόνες της νεραντζιάς»;
«Με τον Παναγιώτη Καλυβίτη είμαστε φίλοι από παλιά, μοιραζόμαστε κοινή καταγωγή, κοινές ανησυχίες ψυχαναλυτικού και καλλιτεχνικού περιεχομένου. Θαυμάζω την ποίησή του, τον τρόπο που έχει να διαλέγει τις λέξεις· έναν τρόπο, συχνά, σωματικό. Συμμετείχα στην παρουσίαση του συγκεκριμένου θεατρικού του έργου, πριν τρία χρόνια, και λίγο μετά, συζητήσαμε για πρώτη φορά το ενδεχόμενο να σκηνοθετηθεί από μένα. Ήμουν κάπως ήσυχη, μιας και ήταν εξοικειωμένος με την εικόνα των σκηνοθεσιών μου· και το γεγονός ότι η πρόταση ήρθε από εκείνον, μου έδωσε σιγουριά και θάρρος. Διαβάζοντας το έργο πρώτη φορά, αναγνώρισα στοιχεία συγκοινωνούντα με το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ, της Σάρα Κέιν, του Μάρτιν Μακντόνα· όμως, την ίδια στιγμή αναγνώριζα κάτι εντελώς ελληνικό, σύγχρονο και αναπάντεχο. Υπάρχουν πολλά σημεία στο έργο, όπου αναρωτήθηκα: “Πώς ακριβώς θα παρασταθεί αυτό;” και αυτό ήταν σπουδαίο κίνητρο για να ξεκινήσω να το μελετάω. Μου πήρε καιρό να αποφασίσω οριστικά να κινήσω τις διαδικασίες, γιατί δεν ήξερα αν μπορώ να αρθρώσω τα βασικά ερωτήματα που διακρίνω με τη δική μου ανάγνωση στο έργο. Τώρα, όμως, που βρισκόμαστε λίγο πριν την πρεμιέρα, είμαι ευγνώμων που το ξεκίνησα».


Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά ένα κείμενο τόσο στενά συνδεδεμένο με το τραύμα της πανδημίας;
«Φορμαλιστικά. Επέμεινα εξαρχής πως αν και η γλώσσα του κειμένου είναι ρεαλιστική, συχνά ποιητική -και ως δομή και ως επιλογή λεξιλογίου, η σκηνοθεσία θα πρέπει να στηριχθεί στη φόρμα. Αυτό που μελετήσαμε με τους συνεργάτες μου, είναι οι αυτοματισμοί. Έχω εμμονή με την παρατήρηση των ανθρώπινων αυτοματισμών. Πιστεύω πως αν αλλάξει κάποιος τις σωματικές συνήθειες, τα τικ, τις λέξεις που χρησιμοποιεί, είναι δυνατόν να αλλάξει και ο τρόπος που αισθάνεται και αντιμετωπίζει τη ζωή. Δεν είναι κάτι καινούριο αυτό· απλώς, εμένα με εντυπωσιάζει να το βλέπω σε μεγάλη κλίμακα και συμπύκνωση στη σκηνή. Ειδικά σε ένα τέτοιο κείμενο, που δεν μεταχειρίζεται το τραύμα της πανδημίας, αλλά την χρησιμοποιεί ως χρονικό πλαίσιο, για να θέσει κάποια αρκετά κρίσιμα ερωτήματα, που τα βλέπουμε, τα ζούμε στον εικοστό πρώτο αιώνα, στις δυτικές κοινωνίες, τουλάχιστον. Υπάρχει πραγματικά “ευκαιρία μέσα στον όλεθρο”; Το κακό βρίσκεται μόνο έξω από εμάς; Η απόλυτη απομόνωση φέρνει απόλυτη προστασία; Τι γίνεται με τη σεξουαλική ορμή όταν πλησιάζουμε πολύ κοντά στον θάνατο ή στην ιδέα του θανάτου; Επικοινωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους; Κάποιες αισχρές πράξεις μπορούν να δικαιολογηθούν όταν η εξήγησή τους ιατρικοποιείται; Κλειδί στην πρώτη μου ανάγνωση του έργου, ήταν η πληροφορία ότι ο συγγραφέας έχει εμπνευστεί για τη συγγραφή του ρόλου του πρωταγωνιστή -που τον συναντάμε στο πρώτο μέρος του έργου, ως φοιτητή ιατρικής και στο δεύτερο μέρος, το 2039, ως γιατρό-, από τον Λουί Αλτουσέρ, τον Γάλλο μαρξιστή φιλόσοφο που σε μία στιγμή “απουσίας συνείδησης”, στραγγάλισε κατά λάθος την γυναίκα του, κάνοντάς της μασάζ στον λαιμό».


Ποια εικόνα ή στιγμή της παράστασης θεωρείτε κομβική για να κατανοήσει ο θεατής το σύμπαν του έργου;
«Δεν νομίζω ότι λειτουργεί το δικό μας σύμπαν με αυτόν τον τρόπο. Το έργο χωρίζεται σε τριάντα τρεις εικόνες και όλες μαζί σχηματίζουν μια ραχοκοκαλιά, πάνω στην οποία βαδίζει χρονικά ο νεαρός γιατρός αλλά και οι υπόλοιποι πέντε ήρωες που συναντάμε. Έχουμε αντιμετωπίσει το έργο με όρους ensemble, ως προς τη σκηνική συνύπαρξη και τη σωματική γλώσσα. Κάθε μία σκηνή συντελεί στη σύνθεση του αποσπασματικού τρόπου με τον οποίο οι σύγχρονοι πολίτες αντιλαμβανόμαστε την κοινωνία, συχνά μόνο με διαμεσολάβηση από την οθόνη».


Νιώσατε ποτέ την πίεση της βράβευσης του κειμένου του Παναγιώτη Καλυβίτη κατά τη διάρκεια των προβών; Τι σημαίνει για εσάς να δουλεύετε με ένα κείμενο που έχει βραβευτεί, το 2020;
«Δεν το σκέφτηκα ποτέ αυτό. Δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι σημαίνει αυτό πρακτικά. Μπορώ να πω ότι η διαδικασία είχε κάτι το απελευθερωτικό, γιατί μιλάμε για ένα έργο που ανεβαίνει για πρώτη φορά και έτσι δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε την οποιαδήποτε σύγκριση με πρότερη παραστασιογραφία. Το σημαντικό για μένα, το στοίχημα πάντα, η δυσκολία, η πρόκληση, το ενδιαφέρον αν θέλετε, είναι να μελετήσω τόσο, ώστε να νιώσω τη σιγουριά ότι κατανοώ τα ερωτήματα, ότι μπορώ να φανταστώ τον κόσμο να πραγματώνεται επί σκηνής και ότι έχω το κατάλληλο όχημα, τα κατάλληλα εργαλεία, για να οδηγήσω τους συνεργάτες μου να μπούμε στο πλοίο και να τραβήξουμε την καταλληλότερη τροχιά για το συγκεκριμένο ταξίδι. Το πιο ενδιαφέρον από όλα είναι να εξακολουθώ, κάθε μέρα, μέχρι την τελευταία παράσταση, να ανακαλύπτω νέα ερωτήματα, να μου αποκαλύπτονται δρόμοι, να μην αντιμετωπίζεται όλη η διαδικασία συμπερασματικά ή επεξηγηματικά, γιατί αυτό ισοδυναμεί με θάνατο».


Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που σας συγκίνησε ή σας δυσκόλεψε περισσότερο σκηνοθετικά;
«Όλοι οι χαρακτήρες με δυσκόλεψαν. Ο συγγραφέας δεν έδωσε ονόματα στους χαρακτήρες. Είναι ο “νεαρός γιατρός”, η “γυναίκα”, ο “γέρος”, η “μάνα”, ο “γιος”, η “κόρη”, ο “γιατρός”. Αυτό ενείχε τον κίνδυνο, επιχειρώντας να προσεγγίσουμε την αρχετυπικότητα των χαρακτήρων, να πέσουμε σε ξέρα και να γίνουν δυσδιάστατοι, χάρτινοι. Θέλω να πιστεύω πως έχουμε δουλέψει με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι, παράλληλα, όλοι τους προσωπικοί».


Αν μπορούσατε να απευθύνετε μια φράση στο κοινό πριν μπει στην αίθουσα, ποια θα ήταν;
«Στο κοινό απευθύνουμε ολόκληρη την παράσταση. Δεν ξέρω αν θα διάλεγα μία φράση, αν και υπάρχουν αρκετές που πια ξεχωρίζουν στο κεφάλι μου. Όπως το “Ότι είσαι, είσαι για πάντα! Αυτό δεν αλλάζει! Δεν σε ρωτάει!” ή τη φράση “Ευκαιρία μέσα στον όλεθρο” ή “Απόλυτη απομόνωση άρα απόλυτη προστασία” ή “Θα με σώσετε; Ε;”. Θα πω πως στο κοινό απευθύνουμε όλα τα ηχητικά ντοκουμέντα που ακούγονται, ειδικά στο πρώτο μέρος της παράστασης, και είναι όλα πολύ πρόσφατα κοινά μας βιώματα από το πρώτο lockdown. Καθώς και πολλά ηχητικά δημιουργήματα της φαντασίας μας, από κατασκευασμένες διαφημίσεις του μέλλοντος, που μας φτάνουν μέχρι το 2039».


Ταυτότητα παράστασης
«Οι Βελόνες της νεραντζιάς» του Παναγιώτη Καλυβίτη
Καλλιτεχνική Διεύθυνση – Σκηνοθεσία: Δήμητρα Δερμιτζάκη
Σκηνογραφία: Αναστάσης Καρράς
Κοστούμια: Ήρα Σπαγαδώρου
Μουσική – Ηχητικός Σχεδιασμός: Στέφανος Γιακουμάκης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Άννα Σμπώκου
Επιμέλεια Κίνησης: Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης
Διεύθυνση Παραγωγής: Αιμιλία Σιαφαρίκα
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Αγγελική Νικολαΐδου, Δέσποινα Δρετάκη
Βοηθός Σκηνογράφου: Στέλλα Δέτση
Φωτογραφίες – Βίντεο: Μαρίλη Ζάρκου
Επιστημονικός Συνεργάτης: Αγγελική Πούλου
Σχεδιασμός Αφίσας: Βιργινία Χριστάκου
Παραγωγή: Micrographia
Δημόσιες Σχέσεις – Επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου | We Will
Ερμηνεύουν: Άγγελος Αλαφογιάννης, Χρυσή Βιδαλάκη, Adrian Frieling, Κορίνα Θεοδωρίδου, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης, Αγγελική Μπεβεράτου, Θωμάς Σιέκας.
Εισιτήρια: more.com





