Sunday, May 3, 2026
10.2 C
Thessaloniki

Χαρτογράφηση της ατιμίας στα βάθη του ελλαδικού χρόνου

Ο ήλιος, η θάλασσα, τα βουνά, τα ποτάμια, τα βοτάνια, τ’ αγρίμια, όλα στον τόπο μας είναι μικρά, ταπεινά, ήμερα, ανθρώπινα. Με τ’ όνομά του το καθένα, στέκουν πλάι μας γνώριμα, χαριτωμένα παρηγορητικά, λες κι είναι αγαπημένοι συγγενείς, γείτονες, φίλοι. Και τους θεούς τους τέτοιους τούς φαντάστηκαν οι Έλληνες˙ «ανθρώπειους», τρωτούς, κατ’ εικόνα και ομοίωση. Έτσι μετρημένα ιστορήθηκαν και οι ήρωες, οι σοφοί, οι βασιλιάδες, οι πολεμιστές, οι πεσόντες αυτής της χώρας, αυτοί που αξιώθηκαν μια έντιμη ζωή ή έναν ένδοξο θάνατο.

Είναι πολύ φυσικό, όθεν, όμοια να παρασταίνονται και οι προδότες της, εκείνοι που στάθηκαν ικανοί για τα χειρότερα. Ρουφιάνοι, αυτόμολοι, απατεώνες, μίσθαρνοι, δολεροί και άλλοι πολλοί που έλαμψαν διά της ατιμίας τους πρωταγωνιστούν στις ιστορίες  του παρόντος λογοτεχνικού δοκιμίου˙ ιστορίες φρικτές, αδιανόητες, βουτηγμένες στο αίμα και τον θάνατο, ιστορίες μικρές ή μεγάλες, αληθινές ή φανταστικές, συγκαιρινές ή λησμονημένες, πάντοτε όμως στα μέτρα του ανθρώπου…

 

Ένας από αυτούς, ο Χατζηκατβίας· η δράση του εντοπίζεται στη Βέροια, στα χρόνια της τουρκοκρατίας.  «Η Βέροια είναι μια πολύ παλιά πόλη, ίσως από τις παλαιότερες της Μακεδονίας. Κάποιοι λένε πως την έκτισε ο Φέρων. Οι Μακεδόνες είχαν συνήθεια να μετατρέπουν το αρχικό “Φ” σε “Β” κι έτσι προέκυψε το όνομά της. Κάποιοι άλλοι λένε πως πήρε το όνομά της από τη Βέροια, την κόρη του Βέρητα, του γιου του Μακεδόνα. […] Όπως και να απόκτησε το όνομά της η Βέροια, είναι βέβαιο πως αυτό θυμίζει νερό που ρέει. Από νερά η πόλη διαθέτει άφθονα, τόσο με τη μορφή ρεμάτων, ποταμών και πηγών, όσο και με τη μορφή μετεωρικών φαινομένων, κυρίως βροχής. Οι Τούρκοι την αποκαλούσαν “καρά Φέρια”, δηλαδή “μαύρη Βέροια”, λόγω του βροχερού της καιρού. Η βροχή της Βέροιας δεν ομοιάζει με καμιάν άλλη. Είναι σιγανή, μεθοδική, ασταμάτητη· περισσότερο μια υπερβολική υγρασία. Όταν πιάνει αυτός ο καιρός, η Βέροια χάνεται στον ομιχλιασμένο κάμπο της. […]

Κατά τη βυζαντινή περίοδο η Βέροια ήταν μια ισχυρά τειχισμένη πόλη. Λέγανε πως στην κορυφή του φαρδιού τείχους της, ανάμεσα στις πολεμίστρες, μπορούσαν να διασταυρωθούν  δύο άμαξες! Αυτός είναι και ο λόγος που πολιορκήθηκε από όλους σχεδόν τους επιδρομείς που κατά καιρούς ορέχθηκαν τα πλούσια εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. […]
Οι πολλαπλές πολιορκίες, αλώσεις και ανακαταλήψεις της πόλης ήταν φυσιολογικό να γεννήσουν μύθους και θρύλους γι’ αυτά τα δύσκολα και αιματοβαμμένα χρόνια. Όπως παντού στην Ελλάδα, αυτοί οι μύθοι και οι θρύλοι χρησίμεψαν για τους υπόδουλους κατοίκους ως σωσίβιοι λέμβοι για τη διάσωση μνήμης, ελπίδας και αντοχής. Για τη Βέροια, ο πιο ζωντανός, μακρόβιος και επιδραστικός θρύλος από όλους υπήρξε αυτός της βασίλισσας Βεργίνας· ένας θρύλος που εξακολουθεί να ζει ως τις μέρες μας και πολλοί κάτοικοι της πόλης, κυρίως οι παλαιότεροι, είναι έτοιμοι να σου διηγηθούν δοθείσης ευκαιρίας κάποια από τις εκδοχές του.

Η βασίλισσα Βεργίνα δεν ήταν στην πραγματικότητα βασίλισσα. Άλλωστε, η Βέροια ποτέ δεν υπήρξε βασίλειο, ώστε να διαθέτει βασιλιά ή βασίλισσα. Ήταν ίσως μια αρχοντοπούλα που ζούσε σε έναν πύργο σαν αληθινή βασίλισσα. […]

Μια μαύρη μέρα, οι Τούρκοι έζωσαν με πολύ στρατό το κάστρο της Βέροιας. Από το ψηλότερο σημείο του πύργου της η βασίλισσα Βεργίνα έβλεπε τον ξένο στρατό να πλημμυρίζει τον τόπο της. Το κάστρο όμως ήταν άπαρτο, τα τείχη πανίσχυρα, οι πολιορκούμενοι βαστούσαν γερά. Μονάχα με προδοσία έπεφτε εκείνο το κάστρο, σκεπτόταν η αρχόντισσα Βεργίνα και ανατρίχιαζε, απευχόμενη το φοβερό γεγονός.

Όμως ο προδότης φάνηκε. Στη Βέροια τον ξέρουν ως Χατζηκατβία. Ακόμη και σήμερα μπορεί ο επισκέπτης να ακούσει παλιούς Βεργιωτάδες να προφέρουν αυτό το όνομα με αποστροφή και αηδία. Ο Χατζηκατβίας, κατά κόσμον Ιωάννης Χαριτόπουλος ή Κριτόπουλος, πρόδωσε και το κάστρο έπεσε. Το όνομά του μας το παραδίνουν ιστορικοί κι ερευνητές που μελέτησαν έγγραφα της οθωμανικής διοίκησης, κυρίως αποφάσεις του ιεροδικείου της Βέροιας. Φαίνεται πως ο προδότης ήταν ξυλοκόπος. Οι ξυλοκόποι που έφευγαν αχάραγα για το δάσος και επέστρεφαν τελευταίοι από όλους τους ξωμάχους στην πόλη, λόγω της απόστασης όπου εργάζονταν, είχαν συνήθως κλειδιά από κάποια πύλη του τείχους για διευκόλυνσή τους. Με αυτά τα κλειδιά, ο Χατζηκατβίας άνοιξε κάποια μικρή πύλη στη νότια πλευρά του τείχους που έβλεπε προς τα Πιέρια, λίγο παρακάτω από το σημερινό Βήμα του Αποστόλου Παύλου. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η περιοχή αυτή λεγόταν “Γιολά Γκελντί”, που σε ελεύθερη μετάφραση μπορεί να αποδοθεί “ο δρόμος που ήρθαν”.

H βασίλισσα Βεργίνα είδε από τον ψηλό πύργο της τις ορδές των Οθωμανών να ξεχύνονται ακράτητες στους δρόμους της αγαπημένης της πόλης. Η καρδιά της ράγισε. Ο θρύλος λέει πως άρπαξε το παιδί της στην αγκαλιά και από την υπόγεια γαλαρία έφτασε στο ξύλινο γεφυράκι που είχε το όνομά της. Εκεί, με δάκρυα στα μάτια, έριξε το μωρό στο ορμητικό ποτάμι και κατόπιν ρίχτηκε κι αυτή στα θολά νερά του Τριπόταμου και πνίγηκε.

«Ρουφιάνοι, δόλιοι, προδότες, απατεώνες, πουλημένοι και άλλοι πολλοί που έλαμψαν δια της ατιμίας τους παρελαύνουν σ’ αυτές τις ιστορίες, σαν μια αισχρή, σκοτεινή, αιματοβαμμένη και, κάποτε, ιλαροτραγική λιτανεία. […] Φαίνεται, δυστυχώς, πως για όσο περισσότερους ήρωες δικαιούται να καυχιέται ένας λαός, για τόσο περισσότερους προδότες οφείλει να αισχύνεται», σημειώνει ο Ηλίας Τσιαμήτρος στον Πρόλογο της έκδοσης.

Και ο προδότης όμως δεν είχε καλύτερη τύχη. Σύμφωνα με μια εκδοχή του θρύλου, ο Χατζηκατβίας τιμήθηκε εξαιρετικά από τους Τούρκους. Εκτός των άλλων δώρων, έλαβε φορολογική ασυλία γι’ αυτόν και όλη τη γενιά του εις τους αιώνας των αιώνων. Στη συνέχεια, τούρκεψε και ντυνόταν και φερόταν σαν μωαμεθανός. Φορούσε ντουλαμά, αντερί και σαρίκι κατάμαυρο σαν την πράξη του. Όμως δεν απόλαυσε πολύ τα λύτρα της προδοσίας του. Μετά από λίγο καιρό, ο θρύλος λέει πως έσκασε από το κακό του και πέθανε. Το κορμί του φούσκωσε και μαύρισε σαν το σαρίκι του. Οι Τούρκοι τον έθαψαν με τιμές στο δικό τους νεκροταφείο. Οι Χριστιανοί χάρηκαν που έλειψε ο προδότης. Όμως η γη δεν τον δέχτηκε, σημειώνει ο μύθος. Τρεις φορές τον ξέβρασε το χώμα. Το πρωί τον έθαβαν και την άλλη μέρα τον έβρισκαν ξεθαμμένο. Βάλανε φρουρά να τον φυλάει, αλλά και πάλι βρέθηκε έξω από τον τάφο.

Είδαν κι αποείδαν οι Τούρκοι,  αποφάσισαν να παραδώσουν τη σορό του στους Χριστιανούς να τη θάψουν εκείνοι. Ο τότε Δεσπότης τα βρήκε σκούρα. Η λύση που σκέφτηκε ήταν, μιας και το χώμα τον ξερνούσε, να τον έριχναν σε κάποιο λαγούμι κάτω από την πόλη και να σκεπάσουν την καταπακτή, αφήνοντάς τον εκεί να λιώσει με την ησυχία του. Όμως η σορός έμενε πεισματικά αναλλοίωτη στον χρόνο, σκανδαλίζοντας πιστούς και απίστους. Κατέβηκαν τότε  μερικοί στο λαγούμι, να σύρουν τη σορό βαθύτερα, ώστε να μη φαίνεται από την καταπακτή και να πουν στον κόσμο ότι έλιωσε πια. Ένας από αυτούς, μας λέει ο θρύλος, πέθανε από φόβο μόλις αντίκρισε το  πρόσωπο του νεκρού προδότη.

Κάποιοι λένε πως ο προδότης Χατζηκατβίας δεν έχει λιώσει ακόμη. Βρίσκεται έτσι όπως τον θάψανε, με τον ντουλαμά, το αντερί, το κατάμαυρο σαρίκι και το πρησμένο, γκρίζο του πρόσωπο σε κάποια από τις υπόγειες στοές που χαράζουν το υπέδαφος της ιστορικής πολιτείας».

Πηγή Βιβλίο – Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ

spot_img

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

ForANewLife - Healhy coffee by DXNspot_img
150FansLike
72FollowersFollow
367SubscribersSubscribe