Η επιχείρηση «Rising Lion» είχε στόχο να πλήξει την ηγεσία των Φρουρών και να αποσταθεροποιήσει τον στρατιωτικό μηχανισμό του Ιράν
Την 13η Ιουνίου 2025, η παγκόσμια κοινότητα παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα το αιφνίδιο και βίαιο τέλος μιας από τις πιο ισχυρές και αμφιλεγόμενες στρατιωτικές προσωπικότητες της σύγχρονης Μέσης Ανατολής.
Η απώλεια του Σαλαμί σηματοδοτεί μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή στις σχέσεις Ιράν-Ισραήλ και γενικότερα στην ασταθή γεωπολιτική ισορροπία της περιοχής. Για να κατανοήσουμε πλήρως το βάρος της απώλειας αυτής, αξίζει να εξετάσουμε το ποιος ήταν ο Χοσεΐν Σαλαμί και πώς διαμορφώθηκε ο ρόλος του ως κορυφαίου στρατιωτικού ηγέτη της Τεχεράνης.
Γεννημένος το 1960 στην πόλη Γκολπαϊγκάν, σε μια ταραγμένη περίοδο της ιρανικής ιστορίας, ο Σαλαμί μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική αναταραχή και οι κοινωνικές αλλαγές ήταν ο κανόνας. Το 1980, την ίδια χρονιά που ξέσπασε ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ, εντάχθηκε στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, την ελίτ στρατιωτική δύναμη που δημιουργήθηκε για να προστατεύσει το νέο καθεστώς μετά την ανατροπή του Σάχη.
Κατά τη διάρκεια του οκταετούς πολέμου με το Ιράκ, ο Σαλαμί ανέδειξε την ικανότητά του τόσο ως μαχητής στο πεδίο της μάχης, όσο και ως διοικητής που μπορούσε να εμπνέει και να καθοδηγεί στρατιώτες υπό ακραίες συνθήκες. Η εμπειρία αυτή διαμόρφωσε την εικόνα του ως ατρόμητου ηγέτη, πιστού στις ιδέες της Ισλαμικής Επανάστασης και αμείλικτου απέναντι στους εχθρούς του Ιράν.
Η σημαντικότερη στιγμή στην καριέρα του Σαλαμί ήρθε το 2019, όταν ανέλαβε την αρχηγία των IRGC, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο διοικητή, μετά από απόφαση του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Ως επικεφαλής, ο Σαλαμί κλήθηκε να οδηγήσει το σώμα σε μια περίοδο έντονων διεθνών προκλήσεων.
Υπό την ηγεσία του, οι Φρουροί συνέχισαν να παίζουν καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην εσωτερική ασφάλεια του Ιράν, αλλά και στις περιφερειακές συγκρούσεις στη Συρία, το Ιράκ και την Υεμένη, υποστηρίζοντας συμμάχους και διασφαλίζοντας τα στρατηγικά συμφέροντα της Τεχεράνης. Παράλληλα, συνέβαλε αποφασιστικά στην προώθηση και την προστασία του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, παρά τις διεθνείς κυρώσεις και πιέσεις.





