Χθες το μεσημέρι, επιστρέφοντας από τη Λάρισα στη Θεσσαλονίκη, βγήκαμε από την εθνική και ξεμακρύναμε στον παράδρομο.
Σταθήκαμε ψηλά πάνω από τις γραμμές, πιο πάνω από το εκκλησάκι. Κάτω στο χωματόδρομο είναι ένα φορτηγάκι, κάτι αγροτικά αυτοκίνητα, λίγος κόσμος. Το μνημόσυνο στο κοντινό Μακρυχώρι έχει τελειώσει, το πλήθος το βουβό έχει φύγει.
Έχουν κρεμάσει στα συρματοπλέγματα λουλούδια, πανό, σημαίες, φωτογραφίες. Κάτι μεγάλα γιατί πλανώνται στην ατμόσφαιρα. Θεόρατα. Πελώρια. Σκεπάζουν το χώμα, τον κάμπο, τον ορίζοντα. Σκεπάζουν τη χώρα όλη. Σαν πέπλο από ατσάλι. Σαν να κατέβηκε το ταβάνι και πιέζει τα σώματα, τα κεφάλια, τα μυαλά.
Μουδιάσαμε για ώρα, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα πόδια μου από το έδαφος. Ένας βρόχος με πνίγει. Σαν κάποιος να μου πέρασε μια σακούλα στο κεφάλι και τη σφίγγει.
Λίγες ώρες πριν είχε τελεστεί τρισάγιο. Ο Μητροπολίτης Λαρίσης είπε: «Τον κεκοιμημένο τον τιμάς πολύ με την σιωπή, δεν τον τιμάς με θόρυβο». Μα αυτό είναι που θέλει το αφήγημα. Τη σιωπή.







