Ο Τιμοτέ Σαλαμέ (έξοχος) ενσαρκώνει τον Μάρτι Μάουζερ, έναν πρωταθλητή του πινγκ-πονγκ στην Αμερική των 50s, αποφασισμένο να κάνει τα πάντα για να δει το άστρο του να λάμπει.
Πρόκειται για ένα φρενήρες και παροξυσμικό sports movie, τοποθετημένο μεν στο 1952, γυρισμένο όμως με νεύρο της εποχής μας, «κουνημένη» πλοκή και επενδυμένο με ένα soundtrack γεμάτο από επιτυχίες των 80s. Αυτό που επιχειρεί ο Σάφντι είναι μια εκ νέου αναδιάρθρωση του μοντέλου. Οι ραφές μένουν αθέατες: το δέσιμο είναι τέτοιο, δομημένο με τόση προσοχή και χάρη, που βυθίζεσαι αυτομάτως στο σύμπαν της ταινίας, σαν να πρόκειται για θέαμα γνώριμο. Σε πείθει δηλαδή ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει στην οθόνη, πριν προλάβεις να βεβαιωθείς ότι όντως συμβαίνει. Όπως και ο ήρωάς της, διαθέτει μεγάλη αυτοπεποίθηση και ταυτόχρονα απαιτεί να την πάρεις στα σοβαρά — πράγμα που στον κινηματογράφο είναι πάντα δίκοπο μαχαίρι. Κι αν αυτή η παρομοίωση είναι τελικά το μεγάλο κόλπο του Μπεν Σάφντι; Αν δηλαδή η ταινία είναι όντως στημένη γύρω από την κενότητα του ήρωά της; Τότε θα μιλούσαμε για αριστούργημα. Εδώ, όμως, η τεχνική τελειότητα λειτουργεί σαν ευγενική ομίχλη: κρύβει τις ελλείψεις χωρίς να τις εξαφανίζει. Η δράση τρέχει, το σενάριο όμως περιορίζεται στους υπαινιγμούς. Κι όταν οι υπαινιγμοί δεν οδηγούν κάπου, καταλήγουν απλώς να αιωρούνται. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία σε συμπαρασύρει – όχι επειδή λέει κάτι καινούργιο, αλλά γιατί ξέρει πώς να το παρουσιάσει ως τέτοιο. Σε μια εποχή κινηματογραφικής φλυαρίας και εύκολου συναισθήματος, αυτό είναι ήδη ένα προσόν. Απλώς μένει η αίσθηση ότι το Marty Supreme θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από μια ταινία που κάποτε θα θυμάσαι ότι σου άρεσε, χωρίς να είσαι απολύτως βέβαιος γιατί.


Στο Kontinental ’25, ο Ράντου Τζούντε —ο πιο ταλαντούχος φιλμικός ριζοσπάστης της εποχής μας— ξεκινά με την ιστορία ενός άστεγου που τυραννιέται στους δρόμους του Κλουζ, στην Τρανσιλβανία. Σύντομα πρόκειται να εκδιωχθεί από το εγκαταλελειμμένο σπίτι όπου κοιμάται, όμως η δικαστική υπάλληλος που έχει αναλάβει την υπόθεση τον βρίσκει νεκρό την ημέρα της έξωσης. Από εκεί ξεκινά η δική της ιστορία, και ο Ρουμάνος σκηνοθέτης, παίζοντας στα δάχτυλα την κινηματογραφική γλώσσα, τοποθετεί αυτή την τραγωδία στο επίκεντρο μιας χώρας παραδομένης στον παραλογισμό, αναδεικνύοντας την κωμικοτραγική διάσταση όλων των σημάνσεών της. Ίσως λιγότερο αιχμηρός απ’ όσο τον έχουμε συνηθίσει, σταθερά όμως ειλικρινής.


Στη γλυκιά κορεατική ταινία Τι σου λέει αυτή η φύση, ένας ποιητής συνοδεύει την κοπέλα του μέχρι το σπίτι της και καταλήγει να περνά τη μέρα με την οικογένειά της. Όλα δείχνουν χαλαρά —μέχρι που, το βράδυ στο δείπνο, έρχεται το ξέσπασμα. Ένα ξέσπασμα που μοιάζει ξένο σώμα, τόσο στο σώμα της ταινίας όσο και στις ζωές αυτών των ανθρώπων, έτσι όπως το αντιμετωπίζουν με μια σχεδόν «ζεν» ελαφρότητα. «Μου αρκούν τα απαραίτητα για να ζήσω», λέει ο ποιητής, και τα λόγια μοιάζει να τα βάζει στο στόμα του ο σεναριογράφος/σκηνοθέτης Χονγκ Σαν-Του για να μιλήσει για τον δικό του κινηματογράφο: έναν κινηματογράφο που συντελείται πράγματι από τα απολύτως απαραίτητα, αρνούμενος —ας πούμε— την αισθητικοποίηση της καθημερινότητας αλά Τζάρμους.


Αδυνατώ να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό των Αμερικανών κριτικών για το 28 χρόνια μετά: Ο ναός των οστών, ένα ακόμη σίκουελ της ζομποταινίας του Ντάνι Μπόιλ. Εδώ, ο Ρέιφ Φάινς ανακαλύπτει πως υπάρχει θεραπεία για τον ιό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε αιμοδιψή ζόμπι: στοργή, συμπάθεια και μια καλή φαρμακευτική αγωγή. Ένα μήνυμα τόσο εξοργιστικά αντιδραστικό, που θα αρκούσε από μόνο του για να σε διώξει από την αίθουσα. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια ταινία γεμάτη αναμασήματα από άλλες ταινίες – η ιδέα της θεραπείας έρχεται κατευθείαν από το Day of the Dead του Ρομέρο – και κακόγουστες επιλογές: όταν ο Φάινς άρχισε να χορεύει σε καραόκε το Number of the Beast των Iron Maiden, με έπιασε ετεροντροπή.





