Οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να επιβάλουν ενιαίους εισαγωγικούς δασμούς ύψους 10 έως 15 τοις εκατό σε προϊόντα που προέρχονται από περίπου 150 χώρες, σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο Real America’s Voice.
«Σκοπεύουμε να ανακοινώσουμε έναν ενιαίο δασμό για τις υπόλοιπες – όχι μεγάλες – σχεδόν 150 χώρες. Απλώς θα δώσουμε έναν αριθμό, πιθανότατα 10 ή 15 τοις εκατό, δεν έχουμε ακόμα αποφασίσει. Είναι μια σοβαρή απόφαση», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ.
Η επιστροφή σε δασμούς
Μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ έχει υιοθετήσει μια σαφώς πιο επιθετική εμπορική πολιτική: έχει ήδη επαναφέρει δασμούς στις εισαγωγές από το Μεξικό και τον Καναδά, ενώ αύξησε τους υπάρχοντες δασμούς για προϊόντα από την Κίνα. Επιπλέον, έχουν ανακοινωθεί νέοι δασμοί για την εισαγωγή χάλυβα, αλουμινίου και αυτοκινήτων.
Η αποκορύφωση αυτής της πολιτικής ήρθε στις 2 Απριλίου, όταν οι ΗΠΑ εφάρμοσαν αμοιβαίους δασμούς για τις εισαγωγές από το εξωτερικό. Η βασική δασμολογική επιβάρυνση καθορίστηκε στο 10%, ενώ για 57 χώρες επιβλήθηκαν υψηλότερα τιμολόγια. Ωστόσο, μία εβδομάδα αργότερα, η διαδικασία τέθηκε προσωρινά σε αναστολή και ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με αρκετά κράτη.
Οι επιπτώσεις στην οικονομία
Σύμφωνα με τον Αμερικανικό Ινστιτούτο Διαχείρισης Προμηθειών, η επιθετική αυτή πολιτική έχει οδηγήσει σε μείωση της βιομηχανικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ και σε σημαντικές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται πλέον σε κατάσταση επιβίωσης, καθώς αναγκάζονται να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος.
Παράλληλα, οι χρηματαγορές αντιδρούν ολοένα και λιγότερο στις αυστηρές δηλώσεις του Τραμπ, καθώς στο παρελθόν έχει υποχωρήσει αρκετές φορές υπό την πίεση των επενδυτών.
Όπως μετέδωσε το NBC επικαλούμενο ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος, οι υπουργοί Οικονομικών και Εμπορίου των ΗΠΑ φέρονται να προσπάθησαν να πείσουν τον πρόεδρο να παγώσει την επιβολή των νέων δασμών, εκφράζοντας ανησυχία για τις επιπτώσεις στην αγορά ομολόγων. Τοπικοί αξιωματούχοι συνεχίζουν να προειδοποιούν ότι τέτοιες αποφάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέο παγκόσμιο οικονομικό κλυδωνισμό.





