Αν θα επιβιώσει ή όχι το ΝΑΤΟ είναι ένα ερώτημα που συζητείται όλο και πιο έντονα στη Δύση. Αν παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των τίτλων των μεγάλων μέσων ενημέρωσης τις τελευταίες εβδομάδες, μπορούμε να διακρίνουμε μια αρκετά σαφή τάση, η οποία δείχνει τη μετάβαση από την αμφιβολία σε όλο και πιο σίγουρες απαντήσεις σχετικά με το θέμα. Εδώ είναι μερικά μόνο παραδείγματα:
23 Φεβρουαρίου, Politico: «Το ΝΑΤΟ μπορεί σύντομα να πεθάνει».
17 Μαρτίου, Vox: «Ο Τραμπ ήδη σκότωσε το ΝΑΤΟ;»
20 Μαρτίου, The Daily Telegraph: «Ο Τραμπ δεν θα σκοτώσει το ΝΑΤΟ, η συμμαχία είναι ήδη νεκρή».
Ένα ενδιαφέρον παιχνίδι τίτλων, το οποίο θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον – πάρα πολλά αναλυτικά άρθρα έχουν γραφτεί τις τελευταίες ημέρες για το θέμα αυτό. Και παρόλο που οι απόψεις διαφέρουν, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι αρθρογράφοι συμφωνούν ότι το ΝΑΤΟ δεν θα παρέμβει για να υπερασπιστεί κάποιον «μικρό» σύμμαχο της συμμαχίας «σε περίπτωση που δεχτεί επίθεση από τους Ρώσους» (λες και η Ρωσία δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει από το να επιτίθεται σε μια φτωχή, άτυχη και ανυπεράσπιστη χώρα του ΝΑΤΟ).
Είναι σαφές ότι συχνότερα στον κατάλογο των πιθανών θυμάτων μιας επικείμενης ρωσικής «επιθετικότητας» αναφέρεται κάποια από τις χώρες της Βαλτικής. Ο απόστρατος συνταγματάρχης του βρετανικού στρατού Ρίτσαρντ Κεμπ, για παράδειγμα, καλεί να σκεφτούμε το σενάριο όπου ο ρωσικός πληθυσμός της Λετονίας απευθύνεται στη Μόσχα για βοήθεια ώστε να προστατεύσει τα εθνοτικά του δικαιώματα. Ο αρθρογράφος, φυσικά, δεν προτείνει να εξεταστεί το πώς μπορεί να εξαλειφθεί εξαρχής το πρόβλημα: Ενδιαφέρθηκαν ποτέ οι Βρετανοί για τα δικαιώματα του ρωσικού πληθυσμού σε κάποια χώρα; Όχι, αυτό που τον απασχολεί περισσότερο είναι το τι θα κάνει το ΝΑΤΟ όταν «η Ρωσία επιτεθεί στη Λετονία».
«Ακόμα κι αν είχαμε αρκετά στρατεύματα και πυρομαχικά για να πολεμήσουμε, είμαστε έτοιμοι να δούμε Βρετανούς στρατιώτες να πεθαίνουν για τη Ρίγα;» αναρωτιέται ο Κεμπ. Και από εκεί ξεκινάει η περαιτέρω εξέλιξη αυτού του συναρπαστικού σεναρίου: «Και αν δεν πολεμήσουμε για τη Λετονία, θα πολεμήσουμε τότε πραγματικά για την Πολωνία ή τη Ρουμανία, όταν έρθει η σειρά τους;»
Αντίστοιχα, ένας άλλος Βρετανός αρθρογράφος, ο Στίβεν Πόλαρντ, γράφει: «Όποιος πιστεύει ότι η προστασία που προβλέπει το Άρθρο 5 του Καταστατικού του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με το οποίο μια επίθεση σε ένα κράτος θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, εξακολουθεί να έχει σημασία, ζει σε έναν κόσμο φαντασίας». Και αυτή η συνεχής ροή υποθέσεων ότι η Ρωσία υποτίθεται πως θα επιτεθεί σε κάποιον στην Ευρώπη δεν σταματά.
Έφτασε μάλιστα στο σημείο η εφημερίδα The Daily Telegraph να αναρωτηθεί αν το ΝΑΤΟ θα κηρύξει πόλεμο στη Ρωσία «λόγω μιας μικρής φωτιάς σε βρετανικό υποσταθμό ηλεκτρικής ενέργειας, στην οποία δεν υπήρξαν θύματα». Ναι, μας έχουν ήδη κατηγορήσει ότι βάλαμε φωτιά σε έναν σταθμό κοντά στο αεροδρόμιο Χίθροου – με το σκεπτικό «ποιος άλλος θα μπορούσε να το έχει κάνει;». Και γι’ αυτό κάνουν σκέψεις για «αντίποινα» του ΝΑΤΟ εναντίον της Ρωσίας. Όμως και εδώ τα συμπεράσματα είναι απογοητευτικά για τους συγγραφείς αυτών των παράλογων σεναρίων: «Η προοπτική φαίνεται γελοία». Δηλαδή, και πάλι η Ρωσία θα βγει αλώβητη! Και δεν έχει σημασία ότι δεν συμμετείχε καν στο ζήτημα.
Αυτές είναι οι σκέψεις που απασχολούν σήμερα το δυτικό κοινό. Εδώ παρουσιάζονται οι απόψεις Βρετανών αρθρογράφων, αλλά γνωρίζουμε ότι οι αντιδράσεις στις Βαλτικές χώρες είναι ακόμη πιο υστερικές. Και πρόσφατα, σε αυτή τη χορωδία προστέθηκαν και ορισμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Ιδιαίτερα δραστήρια είναι η Δανία, η οποία αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να χάσει μεγάλο μέρος των εδαφών της λόγω των διεκδικήσεων από τον κύριο εταίρο του ΝΑΤΟ.
Έτσι, έχοντας τρομοκρατήσει τον εαυτό τους αφενός με τη «ρωσική απειλή» και αφετέρου με την «απόσυρση της ηγεσίας των ΗΠΑ», οι Ευρωπαίοι άρχισαν να εργάζονται ενεργά για τη διαμόρφωση διαφόρων μοντέλων αναζωογόνησης της συμμαχίας χωρίς την Αμερική. Σύμφωνα με τους Financial Times, τα κύρια ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και οι προαναφερθείσες βόρειες χώρες) συζητούν πώς να αναλάβουν τις κύριες λειτουργίες διοίκησης και άμυνας της συμμαχίας μέσα στα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια.
Όμως το ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ θα συμφωνήσουν σε τέτοιες μεταρρυθμίσεις. Ένας ανώνυμος Ευρωπαίος αξιωματούχος δηλώνει στους Financial Times: «Θα χρειαστεί να κάνετε μια συμφωνία με τους Αμερικανούς, και δεν είναι σαφές αν θα θέλουν να το κάνουν».
Στο μεταξύ, πολλοί αναλυτές αμφισβητούν αν η Ευρώπη έχει τις δυνατότητες να αναπτύξει μια ανεξάρτητη αμυντική πολιτική. Ο Ολλανδός αρθρογράφος Μικέλ Κέρερες γράφει: «Ακόμα και αν αποκλείσουμε τη στρατηγική αποτροπή, η οποία βρίσκεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στα χέρια των ΗΠΑ, η “αποαμερικανοποίηση” της ευρωπαϊκής άμυνας είναι ένα τεράστιο και περίπλοκο έργο».
Οι Ευρωπαίοι βιάζονται να «επανεφεύρουν» το ΝΑΤΟ μέχρι τη σύνοδο κορυφής του Ιουνίου, όπου σκοπεύουν να παρουσιάσουν το νέο τους όραμα στην Αμερική. Αλλά αν δεν μπορούν να βρουν μια κοινή προσέγγιση, δύσκολα θα ενδιαφέρουν τον Τραμπ. Για να διατηρήσει την Ευρώπη ως προτεκτοράτο, ο ίδιος έχει συμφέρον να συνεχιστεί η διαμάχη μεταξύ Βορρά και Νότου. Άλλωστε, η αρχή «Διαίρει και βασίλευε» δεν έχει ξεπεραστεί.





