Σε ακόμη πιο δυσθεώρητα ύψη διαμορφώνεται η συμμετοχή επενδυτών στην πρόκληση του ΥΠΕΝ για merchant standalone μπαταρίες, καθώς οι Διαχειριστές βρίσκονται πλέον στο τελικό στάδιο αποδελτίωσης των αιτημάτων που έχουν λάβει. Έτσι, αν οι αποδελτιώσεις που είχαν ολοκληρωθεί την προηγούμενη εβδομάδα «έδειχναν» πως τα υποψήφια έργα ξεπερνούσαν τα 6,5 Γιγαβάτ, πλέον καθώς η διαδικασία βρίσκεται σε φάση ολοκλήρωσης, ο «πήχυς» αυτός έχει αναθεωρηθεί σημαντικά προς τα πάνω.
Πιο συγκεκριμένα, οι αιτήσεις για μονάδες αποθήκευσης στο σύστημα μεταφοράς έχουν αγγίξει τα 10 Γιγαβάτ, ενώ εκτιμάται πως η αποδελτίωση και των τελευταίων προσφορών δεν θα προσθέσει παρά 100 – 200 Μεγαβάτ επιπλέον σε αυτό το χαρτοφυλάκιο. Πρόκειται για μία επίδοση σχεδόν 3πλάσια από το πλαφόν που έχει θέσει το ΥΠΕΝ για το ΕΣΜΗΕ και το οποίο είναι 3,8 Γιγαβάτ.
Επομένως, μία σχετικά ασφαλής εκτίμηση είναι πως τα υποψήφια έργα στο ΕΔΔΗΕ θα κινηθούν στα 1,5 Γιγαβάτ, όταν το πλαφόν είχε τεθεί στα 0,9 Γιγαβάτ. Κάτι που σημαίνει πως επενδυτές διεκδικούν να εντάξουν στο μέτρο αυτόνομες μπαταρίες συνολικής ισχύος πάνω από τα 11 Γιγαβάτ, όταν το αθροιστικό πλαφόν είναι στα 4,7 Γιγαβάτ.
Παράγοντες του κλάδου εκτιμούν πως η τεράστια συμμετοχή στην πρόσκληση του ΥΠΕΝ έχει διπλή ανάγνωση. Κατ΄ αρχάς δικαιώνει και με το παραπάνω το υπουργείο, για την εκτίμηση ότι το κόστος των μπαταριών, σε συνδυασμό με τις συνθήκες των χονδρεμπορικών αγορών, καθιστά οικονομικές βιώσιμες τις επενδύσεις στον κλάδο με αμιγώς εμπορικούς όρους. Έτσι, αποδεικνύει πως η αγορά είναι διατεθειμένη κυριολεκτικά να «κονταροχτυπηθεί» για να αποκτήσει θέση στην αποθήκευση, στη βάση των εσόδων που προσδοκά από αυτή τη νέα δραστηριότητα.
Παράλληλα, όπως είναι φυσικό, η υψηλή συμμετοχή διευρύνει και τις πιθανότητες να καλυφθεί ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο, από το μέγιστο χαρτοφυλάκιο που μπορεί να δρομολογηθεί μέσω της πρόσκλησης. Έτσι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήδη βρίσκονται υπό ανάπτυξη έργα 1 Γιγαβάτ περίπου μέσω των τριών διαγωνισμών, όπως έχει γράψει το energypress, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε να περιοριστούν οι αρρυθμίες στη χονδρεμπορική αγορά (με την «πύκνωση» των αρνητικών – μηδενικών τιμών) ενδεχομένως δημιουργώντας «χώρο» ακόμη και για νέες φωτοβολταϊκές επενδύσεις.
Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι το σύνολο των αιτήσεων ξεπέρασε τα 11 Γιγαβάτ, όταν το ΕΣΕΚ προβλέπει 4,32 Γιγαβάτ μέχρι το 2030, καταδεικνύει ότι οι αιτήσεις ξεπέρασαν κατά πολύ τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς. Επομένως, ο σχεδόν «τελικός λογαριασμός» αιτημάτων ενισχύει τις προβλέψεις στελεχών της αγοράς που, όπως έγραψε το energypress, υποστηρίζουν ότι τον τόνο στην πρόκληση έδωσαν «παίκτες» του development, οι οποίοι θέλουν να ωριμάσουν έργα για να τα πουλήσουν στη συνέχεια.
Μάλιστα, τα ίδια στελέχη εκτιμούν πως στην τόσο υψηλή συμμετοχή ίσως έπαιξε ρόλο η ανυπαρξία ανώτερου ορίου στο όριο των αιτημάτων που μπορούσε να υποβάλει ένας επενδυτής, ώστε μετά την κατάρτιση των λιστών προτεραιότητας να επιλέξει τα έργα που βρίσκονται ψηλότερα στους καταλόγους, ώστε να συμπληρώσει το χαρτοφυλάκιο των 250 Μεγαβάτ που προβλέπει το όριο αντισυγκέντρωσης.
Επίσης, το τόσο ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον αυξάνει τις πιθανότητες και για βροχή ενστάσεων μετά την οριστικοποίηση των λιστών προτεραιότητας, από επενδυτές που θα θεωρήσουν ότι τα έργα τους θα έπρεπε να βρίσκονται σε υψηλότερες θέσεις. Σε μία τέτοιο ενδεχόμενο, είναι πιθανό η διαδικασία να εμπλακεί σε έναν κυκεώνα επαναξιολογήσεων αιτήσεων, καθιστώντας άδηλο τον χρόνο έναρξης της χορήγησης όρων σύνδεσης στις μπαταρίες που θα «προκριθούν» μέσω της πρόσκλησης.





