Σε «ΒΒΒ-», από «ΒΒ+», αναβάθμισε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας η Standard & Poor’s ορίζοντας παράλληλα σε σταθερές τις προοπτικές επαναξιολόγησης 12-18 μηνών (trend), , που εγκαίρως είχε αναφέρει ότι ο αμερικανικός οίκος θα επιτρέψει την εκπλήρωση του πολυπόθητου εθνικού στόχου της επενδυτικής βαθμίδας.
Εν προκειμένω αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η διαδικασία είναι απλώς επικοινωνιακό τρικ χωρίς αντίκρισμα, αφού η οικονομία μας σε κανένα παραγωγικό τομέα δεν έχει να επιδείξει σημάδια ριζικής ανάκαμψης και χρειάζεται παντού υποστήριξη.
Ως εκ τούτου, κακώς κάποιοι περίμεναν την αξιολόγηση της S&P ως μάννα εξ ουρανού, αφού είναι μια ανούσια και παρωχημένη επικοινωνιακού τύπου δήθεν επιβράβευση της υπερδανεισμένης χώρας μας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον αμερικανικό οίκο, τα δημόσια οικονομικά βελτιώνονται, λόγω των προσπαθειών δημοσιονομικής σύγκλισης, ενώ από την κρίση του 2009-15 έχει καταγραφεί σημαντική πρόοδος στην αντιμετώπιση των οικονομικών και δημοσιονομικών ανισσοροπιών.
Οι πρόσθετες δομικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τα κεφάλαια της ΕΕ, θα στηρίξουν ισχυρή ανάπτυξη έως το 2026 και τη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους.
Η σταθερή προοπτική αντανακλά τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο εξωτερικό περιβάλλον, και οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανοιχτή οικονομία της Ελλάδας, παράλληλα με την προσδοκία ότι οι επίμονοι στόχοι για την επίτευξη πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων θα συνεχίσουν να μειώνουν τον δείκτη του χρέους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να υποβαθμιστεί εάν η δημοσιονομική απόδοσή της και οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το αυξημένο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, επιδεινωθούν περισσότερο του αναμενομένου.
Επίσης, θα μπορούσε να υπάρξει αναβάθμιση, εάν ο λόγος του καθαρού δημόσιου χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ υποχωρήσει σε επίπεδα που ευθυγραμμίζονται με αυτά των ομολόγων κρατών.
Σύμφωνα με την S&P, αυτό θα προκύψει ως αποτέλεσμα του συνδυασμού σταθερών πρωτογενών πλεονασμάτων για παρατεταμένη περίοδο, διαρθρωτικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, και της εις το έπακρον αξιοποίησης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Μεταρρυθμίσεις
Η σημαντική εξυγίανση που έχει επιτευχθεί έχει θέσει την Ελλάδα σε σταθερά βελτιωμένη δημοσιονομική τροχιά.
Υποστηριζόμενη από ταχεία οικονομική ανάκαμψη, η ελληνική κυβέρνηση μπόρεσε να πετύχει αλλά και να ξεπεράσει τους δικούς της δημοσιονομικούς στόχους, παρά τη σταδιακή αύξηση των μεταβιβαστικών πληρωμών και των κοινωνικών παροχών.
Όπως επισημαίνει η S&P, «αναμένουμε από την κυβέρνηση να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα τουλάχιστον 1,2% του ΑΕΠ το 2023, υπερβαίνοντας τον στόχο του 0,7% – ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το δημοσιονομικό κόστος που επιφέρουν οι πρόσφατες πυρκαγιές και τις πλημμύρες.
Για την περίοδο 2024-2026 προβλέπουμε μέσο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 2,3% επί του ΑΕΠ.
Κατά τη γνώμη μας, οι πολιτικές πιέσεις πιθανότατα θα περιπλέξουν την ικανότητα της κυβέρνησης να παρουσιάσει μεγάλα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα, και αυτό θα μπορούσε να επιβραδύνει την πρόοδο στη μείωση του χρέους κατά τα τελευταία έτη του ορίζοντα πρόβλεψής μας».
Πάντως, όπως επισημαίνει ο αμερικανικός οίκος, οι βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν το περασμένο καλοκαίρι έδωσαν απόλυτη πλειοψηφία στη Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), οπότε η σαφής εντολή και η αποφυγή ενός δυνητικά ασταθούς συνασπισμού επιτρέπουν στην κυβέρνηση να συνεχίσει να τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες.
Σε κάθε περίπτωση, μεταξύ άλλων προσπαθειών για την ενίσχυση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας, απαιτείται η αντιμετώπιση του ακόμη μεγάλου κρατικού χρέους της Ελλάδας μέσω κατοχύρωσης της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στη Δικαιοσύνη και την Υγειονομική περίθαλψη.
Δημοσιονομικά…
Στη συνέχεια, λέει η S&P, «εκτιμούμε ότι το καθαρό ελληνικό δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 146% περίπου του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του έτους, γεγονός το οποίο θα αποτελέσει αξιοσημείωτη βελτίωση σε σύγκριση με το 189% του ΑΕΠ το 2020.
Αυτό το αποτέλεσμα αντανακλά κάπως την επίδραση του πληθωρισμού, αλλά κυρίως βαρύνουν η ταχεία οικονομική επέκταση μετά την πανδημία και η θεαματική δημοσιονομική εξυγίανση.
Περαιτέρω, παρότι το χρέος παραμένει υψηλό, το προφίλ του είναι ένα από τα πιο ευνοϊκά μεταξύ των κρατών που αξιολογούμε.
Η μέση σταθμισμένη λήξη του ήταν 19,7 έτη στο τέλος Ιουνίου 2023 και οι πληρωμές τόκων καταλαμβάνουν επί του παρόντος ένα σχετικά μέτριο 5,7% επί των εκτιμώμενων εσόδων της γενικής κυβέρνησης.
Ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανταλλαγής επιτοκίων διευκολύνει τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της κυβέρνησης – μια κατάσταση που ενθαρρύνεται από τα πολύ μεγάλα ρευστά περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας (που εκτιμώνται σε περίπου 37,2 δισ. ευρώ, ή 17% του ΑΕΠ, τον Οκτώβριο του 2023).
Από την άλλη, όπως και άλλες μικρές ανοιχτές οικονομίες, η Ελλάδα παραμένει εκτεθειμένη στους μεταβαλλόμενους ανέμους της παγκόσμιας οικονομίας.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται κίνδυνοι όπως πιθανή οικονομική επιβράδυνση που μπορεί να επηρεάσει τους τομείς του Τουρισμού ή της Ναυτιλίας, ή άλλη μια ξαφνική άνοδος των τιμών στην Ενέργεια.
Τέτοιου είδους εξελίξεις ίσως να επιβραδύνουν τη βελτιωμένη δυναμική των πιστωτικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας.
Πάντως, οι αξιολογήσεις μας εξακολουθούν να περιορίζονται από το υψηλό ακόμη δημόσιο χρέος και την αδύναμη εξωτερική θέση της Ελλάδος».
Οι μεγάλες επενδυτικές ροές και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη
• Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα μειωθεί το 2023, αν και θα παραμείνει πάνω από τους αντίστοιχους της ζώνης του ευρώ στο 2,5%, κυρίως χάρη στις επενδύσεις και τον τουρισμό.
• Αναμένουμε ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να υλοποιεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα στηρίξουν μεσοπρόθεσμα οικονομικά και δημοσιονομικά αποτελέσματα.
• Μετά από μια επιτυχημένη προσπάθεια επανεκλογής, η κυβέρνηση υπό την ηγεσία της ΝΔ έχει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και είναι απίθανο να αντιμετωπίσει σημαντικά νομοθετικά εμπόδια στην εφαρμογή της πολιτικής της ατζέντας».
Υπενθυμίζεται πως η ελληνική κρίση χρέους (2009-2015) πυροδότησε μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης και θεσμικής αστάθειας, που συνοδεύτηκε από οξεία περίοδο υποεπένδυσης, καθώς οι συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων μείωσαν τις δαπάνες για την υγεία, την εκπαίδευση και τις υποδομές.
Μέχρι το 2019 η κατάσταση είχε βελτιωθεί καθώς οι άμεσες ξένες επενδύσεις (συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες) ανέκαμψαν, ενώ η επιχειρηματική εμπιστοσύνη ενισχύθηκε ταχέως, σε συνδυασμό με την πρόοδο που επιτεύχθηκε σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική εξυγίανση και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων της φορολογικής συμμόρφωσης, της αγοράς εργασίας, της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και της δικαστικής μεταρρύθμισης.
Η ανάκαμψη από την κρίση χρέους και, στη συνέχεια, η πανδημία του COVID-19 έδωσαν ώθηση στις επενδύσεις και προσέφεραν εμπιστοσύνη στην οικονομία.
Η ταχεία ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών έφερε σημαντική πρόοδο στη μείωση της φοροδιαφυγής και στην απελευθέρωση άλλων αποτελεσμάτων στον δημόσιο τομέα.
Οι ισχυρές επιδόσεις του Τουρισμού, της Ναυτιλίας και της Μεταποίησης τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την εξυγίανση του τραπεζικού τομέα μέσω της πώλησης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, κόμισαν πρόσθετες επενδύσεις.
Επιπλέον, η ανάπτυξη του ΑΕΠ της Ελλάδας αποδείχθηκε ανθεκτική απέναντι στις καταστροφικές πυρκαγιές και πλημμύρες το 2023.
«Δεν αναμένουμε ότι αυτά τα κλιματικά φαινόμενα θα επηρεάσουν ουσιαστικά την ελληνική οικονομική ανάπτυξη, λόγω του εξαιρετικά εντοπισμένου και χρονικά περιορισμένου χαρακτήρα των γεγονότων».
Τα κλιματικά δεδομένα υψηλής συχνότητας υποδηλώνουν μόνο κάποια οριακή χαλάρωση της εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι οι πληγείσες περιοχές αντιπροσωπεύουν μικρό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας.
Περαιτέρω, ο S&P προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,5% το 2023 – ποσοστό, σε γενικές γραμμές, σύμφωνο με την οικονομική επέκταση 2,4% που παρατηρήθηκε το α’ εξάμηνο του έτους.
Ο τουριστικός τομέας τα πάει ιδιαίτερα καλά.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα είχε το καλύτερο α’ εξάμηνο σε ό,τι αφορά τις νέες αφίξεις από τότε που άρχισαν να καταγράφονται, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις εισπράξεις των πρώτων επτά μηνών από τα Ταξίδια και τις Μεταφορές, που ήταν 18% πάνω από την αντίστοιχη περίοδο το 2019.
Αυτή είναι η ταχύτερη ανάκαμψη μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών τουριστικών προορισμών.
Η διεύρυνση των επενδυτικών ροών, η βελτίωση των αποτελεσμάτων της αγοράς εργασίας (η ανεργία αναμένεται να μειωθεί στο 9,2% το επόμενο έτος από το ανώτατο όριο του 28,2% το γ’ τρίμηνο του 2013) και οι υποστηρικτικές πιστωτικές συνθήκες μετά την εξομάλυνση του τραπεζικού τομέα θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια, η οποία την περίοδο 2024-2026 θα κυμανθεί κατά μέσο όρο στο 2,6%.
Η απουσία σημαντικής σύσφιξης της δημοσιονομικής πολιτικής θα βοηθήσει, ενώ ο αντίκτυπος της αυστηρής νομισματικής πολιτικής στην ανάπτυξη δεν θα είναι πλέον συσταλτικός.
Η οικονομία της Ελλάδας έχει αναπτυχθεί κατά 26% (σε πραγματικούς και εποχικά προσαρμοσμένους όρους) από το κατώτατο σημείο της, αφότου ξέσπασε η COVID-19 το δεύτερο τρίμηνο του 2020.
Ωστόσο, η παραγωγή παραμένει περίπου 22% κάτω από την κορυφή της (πριν από την κρίση του δημοσίου χρέους, το β’ τρίμηνο του 2007).
Αν και τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών πριν από το 2010 δεν είναι πλήρως συγκρίσιμα επειδή έχουν διαφορετικό έτος βάσης, αυτό υποδηλώνει πως υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.





