«Στις άκριες γυναικείων χωραφιών» | Συγγραφέας Καίτη Στεφανάκη | Εκδόσεις Εντευκτήριο | ISBN 9789607568687 | Μαλακό εξώφυλλο | Χρονολογία έκδοσης 2021
«Το ταξίδι της ανακάλυψης δεν σημαίνει να ψάχνεις καινούργια μέρη αλλά να έχεις καινούργια μάτια».- Μαρσέλ Προυστ.
Η συγγραφέας Καίτη Στεφανάκη, γέννημα θρέμμα Κρητικιά, σε αυτό το μικρό αλλά τόσο πυκνογραμμένο βιβλίο δεν προσπαθεί να «κομίσει γλαύκαν», ούτε να ανακαλύψει νέους τόπους εξωτικούς. Με την πρόσοψη του παραμυθιού, μας παίρνει από το χέρι και ταξιδεύουμε στη γη που τόσο αγαπά, μέσα στην αυλή του πατρικού της όπου επανέρχεται η ίδια και με την φαρέτρα της γεμάτη από τ γνώση, την αγάπη και τη νοσταλγία του παρελθόντος της, τους όρους και τους ορισμούς που φέρει μέσα της αλλά και τις πληγές – λάφυρα – ανασκοπήσεις που κουβαλά, «τα λάθη, τις αποφάσεις που δεν πήρε, την ευπιστία, την μοναξιά» παρατηρεί εκ του σύνεγγυς τις μαυροφορεμένες γυναίκες που κάθονται σε κύκλο, χρόνια τώρα, κόρη, μάνα, γιαγιά, εγγονή, συγγενείς, αλυσίδα ανοξείδωτη στο χρόνο να «πλέκουν» (άραγε τι «πλέκουν» χρόνια τώρα;;), να μιλούν, να αφηγούνται αλλά και να οραματίζονται αυτά που ήδη ξέρουν. Άλλωστε το δηλώνει ξεκάθαρα από την αρχή του έργου της «Η αυλή της μάνας μου, μητριαρχική, πολυπύρηνη γεννάει ιστορίες. Κάτι πρέπει να μάθω εδώ, αλλά δεν ξέρω τι».
Στις άκριες γυναικείων χωραφιών


«….Η Ερασμία, η προγιαγιά εμφανιζότανε συχνά στη μητρική αυλή. Αυτή η αυλή διέθετε δίαυλο για τη μηχανή του χρόνου, που λειτουργούσε ατελώς. Το μόνο που απαιτούσε ήταν η πίστη στο άυλο και στο διαχρονικό. Κάρτα ενεργοποίησης δεν χρειαζόταν, προφορικά δινόταν η κινητήρια εντολή, συχνά μια λέξη μόνον, ένα βλέμμα ήταν αρκετό. Η μνήμη ήταν το καύσιμο, καύσιμο λίαν φιλικό στο περιβάλλον, καθότι δεν μόλυνε. Αντίθετα καθάριζε λυτρωτικά το παρελθόν. Η μνήμη είναι κάθαρση και ιστορία.»
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε νεράιδες, ξωτικά, θεότητες της Ελληνικής μυθολογίας, μυρωδιές, λουλούδια και τις γάτες της αυλής, μεταμορφωμένες ανά διαστήματα και στιγμές σε τέρατα ως άλλο αντίπαλο δέος, ξεκινά το ξεκαθάρισμα, το ισοζύγιο του χθες, του σήμερα, του αέναου αύριο, ξεκινούν οι σπονδυλωτές ιστορίες με τα «χειρόγραφα».
Τα πράγματα που επαναδιαπραγματεύεται μέσα της, με σύμμαχο την πλήρη μουσικότητα του κειμένου, την ποιητική επιλογή των λέξεων και την ντοπιολαλιά που ενίοτε βάζει τον αναγνώστη να κινείται ρυθμικά σε ένα ατέρμονο πεντοζάλι, δεν τα διαχειρίζεται πλέον ως μισθοφόρος, πληρωτέα επί τη εμφανίσει με ανταλλαγή πιστεύω, ωραιοποίησης, ελπίδας και happy end αλλά ως ένας ελεύθερος άνθρωπος με την καθαρή ματιά του τώρα, με το όποιο κόστος.
Το φως του τόπου την διαπερνά σε αντίθεση με το μαύρο ρούχο των γυναικών που τώρα το παρατηρεί από απόσταση. «Και αυτές οι γυναίκες μαυροντυμένες. Τα μαύρα στον τόπο τούτο φαίνεται να αποτελούν δερματική στιβάδα, κάτι σαν αντηλιακό με εγγύηση εσωτερικού βρασμού.» Το χώμα την ορίζει. Σκληροτράχηλο τοπίο όπου πάντα παίζουν σημαντικό ρόλο οι πέτρες. Η φύση, με τις μυρωδιές και τα χρώματα σμιλεύουν την περπατησιά της και το πώς θωρεί τα πράγματα. Η ψυχή της αντρειεύεται μέσα από την γενέθλια γη και τα υποβόσκοντα νοήματα των συνομιλιών οδηγούν τον αναγνώστη σε ένα κρεσέντο συνδυασμού αισθήσεων και σκέψης.
«.. Βροχή από πέτρες με πετύχανε στην κεφαλή την ώρα που ξεμύτιζα από το χώμα. Έστριψα προς τις ρίζες μου βαθιά να προστατευτώ… Σαν έπαψε να σείεται η γη στράφηκα πάλι προς τα πάνω. Βαρύ το στρώμα που έψαχνα να διαπεράσω. Μα εγώ επέμενα να βγω στο φως. Δεν ήξερα γιατί. Ίσως να έφταιγαν οι ρίζες που μου ‘λέγαν συνέχεια πως πρέπει να τραβήξω προς τα πάνω, ψηλά, αν και με πονούσαν τα χαλίκια που είχαν καρφωθεί μες το βλαστό μου. Έτσι μεγάλωνα και εγώ. Έβγαζα φύλλα και κλαδιά. Οι ρίζες μου στερέωναν το δένδρο που είχα γίνει και μπλέκονταν με τις παλιές τις ρίζες που ήξερα απ’ όταν ήμουν σπόρος για χρόνια στο σκοτάδι, ώσπου να βγω στο φως. Μεγάλωνα τυχαία. ‘Έμαθα πολύ αργότερα πως άλλα δένδρα τα κλαδεύουν, τα ποτίζουν, τα λιπαίνουν, τα στηρίζουν…» Κερατονία η έλλοβος ή αλλοιώς τα χαρούπια ή…… μήπως δεν έγραφε γι’ αυτά;;
Σε ένα βιβλίο γεμάτο αλληγορίες, η αλήθεια, και μάλιστα η αλήθεια του κάθε αναγνώστη ατομικά, ξεπηδάει χορεύοντας ξέφρενα. Το νόημα βρίσκεται στο παράλογο, η αλήθεια συνυπάρχει με το αντίστροφό της και η ομορφιά αναδεικνύεται στο ασύμμετρο. Δεν είναι ευκολοπερπάτητη η γραφή της αλλά είναι γλυκόπιοτη.
Η παρουσία των ανδρών σε δεύτερο πλάνο. Γιατί σε πρώτο, είναι οι πράξεις τους, το αποτύπωμα της σκέψης τους, το εκτόπισμά τους.
«…Μόλις σε αντικρίσουν, ρωτάνε καταιγιστικά: Ποιανού είσαι εσύ ; – εννοείται ποιανού άντρα, πατέρα, συζύγου άντε και εραστή…. Γιατί ίντα είναι η γυναίκα δίχως άντρα, ίντα είναι η ζωή δίχως παιδιά; Μα γιάντα δεν παντρεύτηκες καημένη; Εδώ είναι αυτονόητο πως καημένη είναι όποια δεν έχει άντρα. Κάποιο κουσούρι θα έχει δεν μπορεί. Ή τάχατες πολλά γυρεύει ; Διπλώματα, δουλειά και μεγαλεία; Να τα παραιτήσει ετούτα, αυτά είναι για τσι άντρες!»
Αλλά οι μαυροφορεμένες γυναίκες του σήμερα της Καίτης Στεφανάκη, ανάμεσα στο «πλέξιμο» και τα λόγια της αυλής, μέσα στην εκκωφαντική σιωπή τους, σπάζουν το φράγμα του χειροκίνητου χρόνου και αλαλάζουν ως άλλες μαινάδες «Αυτή σε αυτόν ανήκε, αυτή. «Ανήκε» αυτός σε αυτήν;; Οι άνδρες δεν ανήκουν στις γυναίκες. Ίσως ανήκουν κάποιοι στις μανάδες τους, μα αυτό θα είναι αλλουνού αιώνα θέμα. … Νιάααρ στρίγκλισε η Τειρεσία από ψηλά, γάτα ξανά σκαρφαλωμένη σε ψηλό κλαρί για να γλυτώσει. «Τον εαυτό σου να αγαπάς»! φώναζαν τώρα οι γυναίκες έξαλλες. «Πώς θα αγαπήσεις άλλον, αφού δεν αγαπάς εσένα;»
Η παρουσία του Θεού υπάρχει υποδόρια, εν είδει διαχρονικών αξιών, κυρίως ηθικής τιμής. Το άτομο υπάρχει ως σύνολο και το σύνολο καθορίζεται από το άτομο.
Το ταξίδι φθάνει στο τέλος του. Ο ισολογισμός – απολογισμός μάλλον ολοκληρώνεται (ποιος ξέρει στα σίγουρα και για τον ίδιο του τον εαυτό;). Τα κτερίσματα, προσφορά στη γενέθλια γη, στον κύκλο των γυναικών που τη μεγάλωσαν, στην αυλή της μάνας που μαζί με την γέρικη ροδιά φαίνεται να ρίχνει αυλαία, καθώς και σε όλα αυτά που την όρισαν, κατατέθηκαν απλόχερα από την ψυχή της.
«..τον όρκο τον ξεπλήρωσα. Τώρα σε μένα ανήκω. Μόνον σε μένα πια χρωστώ.
… με Άλφα την Άλκηστη αρχινώ,
Με Ωμένα το Εγώ τελειώνω
ΑλκηστηεγΏ.»
Με εικόνες, σύμβολα, λέξεις, ήχους και ιστορίες αποτυπώνεται ένας κόσμος αρχετύπων, νοσταλγικού χθες, αέναου τώρα. Με μια ιδιαίτερη σκέψη η Καίτη Στεφανάκη βουτά μέσα στην ψυχή της και στην κληρονομιά της και μας παρασέρνει σε ένα ταξίδι, γλυκό, ονειροπόλο, σε ένα απολογισμό χρόνου, τόπου, εθίμων και ηθών, πράξεων και επιλογών, με την ματιά της αστραφτερή στο τώρα και στο χτες, μα και στο αύριο. Στο όνειρο και στον μύθο.
Πηγή: Cityportal
https://cityportal.gr/stis-akries-gynaikeion-chorafion-kaiti-stefanaki/


